Καθορισμός και επίτευξη στόχων Οδικής Ασφάλειας

Έρευνα των: Γιώργου Γιαννή – επίκουρου καθηγητή, Αλεξάνδρας λαΐου – ερευνήτριας, Σοφίας Βασδάκη – ερευνήτριας, Γεώργιου Κανελλαΐδη – καθηγητή, του Τομέα Μεταφορών και Συγκοινωνιακής Υποδομής του ΕΜΠ, που παρουσιάστηκε στο 4ο Διεθνές Συνέδριο για την έρευνα στις μεταφορές στην Ελλάδα, το 2008

Περίληψη

Στόχος της εργασίας αυτής είναι η κριτική επισκόπηση του καθορισμού και επίτευξης στόχων οδικής ασφάλειας στην Ευρώπη, ως βασικού μέσου για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας αξιοποιώντας τα πλέον πρόσφατα ερευνητικά αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μέτρων οδικής ασφάλειας που εφαρμόζονται σε χώρες με διαφορετικό οικονομικό επίπεδο και επίπεδο οδικής ασφάλειας. Πιο συγκεκριμένα, εξετάστηκαν τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου με τίτλο «Πετυχαίνοντας φιλόδοξους στόχους οδικής ασφάλειας» που εκπονείται από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και το ∆ιεθνές Φόρουμ Μεταφορών (∆ΦΜ), του 1ου και του 2ου Στρατηγικού Σχεδίου για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας στην Ελλάδα που εκπονήθηκαν από το ΕΜΠ καθώς και σχετικών ερευνών στην Ευρώπη. Πραγματοποιήθηκε ανασκόπηση του καθορισμού και της επίτευξης των στόχων σε μία σειρά ευρωπαϊκών κρατών καθώς και διερεύνηση της συμβολής τους στον καθορισμό των προτεραιοτήτων και στην εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων οδικής ασφάλειας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις δυσκολίες υιοθέτησης αποτελεσματικών στρατηγικών οδικής ασφάλειας και στα εμπόδια της εφαρμογής των δράσεων. Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής επιτρέπουν την πρόταση βέλτιστων λύσεων για την αντιμετώπιση των συνήθων ζητημάτων οδικής ασφάλειας μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων ποσοτικών στόχων και την αποτελεσματική υλοποίηση των στρατηγικών οδικής ασφάλειας με έμφαση στην πρακτική εφαρμογή τους στην ελληνική πραγματικότητα.

Εισαγωγή

Στόχος της εργασίας αυτής είναι η κριτική επισκόπηση του καθορισμού και επίτευξης στόχων οδικής ασφάλειας στην Ευρώπη, ως βασικού μέσου για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας αξιοποιώντας τα πλέον πρόσφατα ερευνητικά αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μέτρων οδικής ασφάλειας που εφαρμόζονται σε χώρες με
διαφορετικό οικονομικό επίπεδο και επίπεδο οδικής ασφάλειας.

Πιο συγκεκριμένα, εξετάζεται η αποτελεσματικότητα σύγχρονων μέτρων οδικής ασφάλειας και πραγματοποιείται συγκριτική ανάλυση των πρόσφατων δεικτών οδικής ασφάλειας που αφορούν σε ευπαθείς ομάδες χρηστών (παιδιά, νέοι, ηλικιωμένοι, δικυκλιστές, πεζοί κ.λπ.) και διερευνώνται οι πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις. Επιπλέον, αξιοποιούνται τα αποτελέσματα από πρόσφατες εκθέσεις (π.χ. οδική ασφάλεια παιδιών) και έργων (π.χ. ταχύτητα και νέοι οδηγοί) του KEK. Τέλος, γίνεται σύγκριση μεταξύ των κρατών των πιο πρόσφατων στοιχείων για βασικά θέματα οδικής ασφάλειας (π.χ. θέματα ταχυτήτων, οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ).

Όσον αφορά στην κατανομή των πόρων διερευνάται η σχέση μεταξύ: του κόστους των οδικών ατυχημάτων, του οφέλους από τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας που αναμένεται από την επίτευξη των πολιτικών στόχων, των κρατικών και ιδιωτικών πόρων που διατίθενται για τη μείωση των οδικών ατυχημάτων και των αντίστοιχων θανάτων και τραυματισμών.

Συγκεκριμένα, εξετάζεται η σχέση μεταξύ των πόρων που διατίθενται για την εφαρμογή μέτρων για την αποφυγή των οδικών ατυχημάτων και των πόρων που διατίθενται για την αντιμετώπιση των συνεπειών των οδικών ατυχημάτων (δημόσια υγεία/νοσοκομεία, δικαιοσύνη/δικαστηρία, επισκευή/αντικατάσταση κατεστραμένης περιουσίας κ.λπ.). Επιπρόσθετα, εξετάζεται η πιθανόν απαραίτητη αύξηση του ποσοστού του προϋπολογισμού που διατίθεται για την αποφυγή ατυχημάτων σε σχέση με το ποσοστό για την αντιμετώπιση των συνεπειών τους, καθώς ο αριθμός των οδικών ατυχημάτων πλησιάζει τον στόχο που έχει τεθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ο αριθμός των νεκρών σε οδικά ατυχήματα το έτος 2010 να είναι μειωμένος κατά 50% σε σχέση με τον αριθμό των νεκρών του έτους 2000 (Εuropean Commission, 2001).

Καθορισμός στόχων οδικής Ασφάλειας

Σε πολλές χώρες έχουν τεθεί φιλόδοξοι στόχοι οδικής ασφάλειας για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί απαιτείται η ύπαρξη ενός ισχυρού συστήματος διαχείρισης οδικής ασφάλειας με έμφαση στην αποτελεσματικότητα των δράσεων.

Τα διάφορα προγράμματα που αναπτύσσονται τώρα σε πολλές χώρες αντιπροσωπεύουν την πιο πρόσφατη εξέλιξη στις στρατηγικές οδικής ασφάλειας ως μέσο για την περαιτέρω βελτίωση των αποτελεσμάτων. Οι προσεγγίσεις αυτές είναι στενά συνδεδεμένες με τις προηγούμενες προσπάθειες αλλά έχουν επίσης μερικά πρόσθετα χαρακτηριστικά. Ο στόχος της προσέγγισης ασφαλούς συστήματος είναι η δημιουργία ενός συστήματος οδικών μεταφορών στο οποίο δεν θα σημειώνεται κανένας θάνατος ή σοβαρός τραυματισμός. Γενικά αναγνωρίζεται ότι απαιτείται η εφαρμογή μέτρων πρόληψης, διαφορετικά ατυχήματα στα οποία θα σημειώνονται θάνατοι και τραυματισμοί θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν. Οι συμμετέχοντες στον σχεδιασμό, στη μελέτη και στη λειτουργία του συστήματος οδικής κυκλοφορίας είναι υπεύθυνοι για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας ενώ οι χρήστες είναι υπεύθυνοι για την τήρηση των περιορισμών που επιβάλλονται.

Σε αυτήν την κατεύθυνση, καταβάλλεται προσπάθεια για τη δημιουργία ενός συστήματος οδικής κυκλοφορίας που είναι ικανότερο να συγχωρέσει το ανθρώπινο λάθος με τη μείωση της αναπτυσσόμενης κινητικής ενέργειας σε ενδεχόμενες συγκρούσεις. Αυτό επιτυγχάνεται με τη διαχείριση της αλληλεπίδρασης όλων των στοιχείων του συστήματος αλλά ιδιαίτερα μέσω της βελτιωμένης διαχείρισης της οδικής υποδομής, των αναπτυσσόμενων ταχυτήτων και των οχημάτων. Ο καλύτερος συντονισμός όλων των συμβαλλόμενων μερών που συμμετέχουν στον καθορισμό της ασφαλούς λειτουργίας του συστήματος μεταφοράς επιδιώκεται επίσης με την καθιέρωση διοικητικών δομών που ενσωματώνουν όλες τις βασικές κυβερνητικές υπηρεσίες και άλλους οργανισμούς. Τέλος, οι διοικητικές αποφάσεις ασφάλειας ευθυγραμμίζονται με τις ευρύτερες αποφάσεις μεταφορών και προγραμματισμού που συναντούν τους ευρύτερους οικονομικούς στόχους και τους στόχους που αφορούν στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Με τους φιλόδοξους ποσοτικούς στόχους οδικής ασφάλειας προωθείται η δέσμευση και η υπευθυνότητα των διαφόρων φορέων στην προσπάθεια βελτίωσης της οδικής ασφάλειας. Εντούτοις, για τον προσδιορισμό των περιοχών υψηλού κινδύνου σε κάθε οδικό σύστημα είναι απαραίτητη η πλήρης κατανόηση της κατάστασης οδικής ασφάλειας σε κάθε χώρα με τη χρήση στοιχείων ατυχημάτων, στοιχείων έκθεσης σε κίνδυνο και άλλων πληροφοριών. Επιπλέον, πρέπει να προσδιοριστούν αποτελεσματικά μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα θέματα υψηλού κινδύνου και να προβλεφθούν οι πιθανές μειώσεις των απωλειών στα οδικά ατυχήματα που θα προκύψουν από την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων. Ο γενικός εθνικός στόχος που θα αναπτυχθεί πρέπει να είναι βασισμένος στις κατ’ εκτίμηση βελτιώσεις από αυτά τα μέτρα που θα εφαρμόζονται συνολικά. Στην Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ολλανδία, και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ακολουθηθεί μια εμπειρική, προσανατολισμένη στα αποτελέσματα προσέγγιση για τον καθορισμό των στόχων, που βασίζεται σε μια σωστή ανάλυση της κατάστασης οδικής ασφάλειας. Αν και ο συστηματικός καθορισμός των στόχων είναι σημαντικός για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας, στόχοι που δεν υποστηρίζονται από αποτελεσματικές στρατηγικές, επαρκή χρηματοδότηση και κατάλληλα συστήματα διαχείρισης είναι απίθανο να επιτευχθούν.

Ειδικά για τις χώρες με χαμηλό επίπεδο οδικής ασφάλειας προτείνεται να αποτελεί προτεραιότητα η αντιμετώπιση θεμάτων που σχετίζονται με τη συμπεριφορά των οδηγών όπως η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και η μη-χρήση της ζώνης ασφαλείας. Προγράμματα επιτήρησης με επαρκή διάρκεια και ένταση, σε συνδυασμό με την επιβολή ποινών για την αποτροπή επικίνδυνων συμπεριφορών και εκτεταμένη δημοσιότητα, μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικά σε ένα μικρό χρονικό διάστημα. Αυτές οι γρήγορες βελτιώσεις απαιτούν συνεχή προσπάθεια ώστε να διατηρηθούν τα θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στον τομέα της επιτήρησης. Ωστόσο, θα πρέπει να αποφευχθεί η χρήση μόνο μέτρων βελτίωσης της συμπεριφοράς των χρηστών για τη γενικότερη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Ακόμη και χρήστες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο ή συνεργάσιμοι θα κάνουν λάθη και η υπερβολική εμπιστοσύνη στα μέτρα επιτήρησης δεν αρκεί για την αντιμετώπιση αυτών των λαθών. Η επικοινωνιακή πολιτική που θα εφαρμοστεί για την εξασφάλιση της δέσμευσης της κοινωνίας για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας και την καλύτερη κατανόηση του κινδύνου είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων, όπως είναι αντίστοιχα κρίσιμη η βελτίωση της συλλογής και της ανάλυσης στοιχείων ατυχημάτων για την ανάπτυξη αποτελεσματικών επεμβάσεων.

Ιδιαίτερη προσπάθεια χρειάζεται για τον προσδιορισμό της κοινωνικοοικονομικής επιβάρυνσης που προκαλείται από τα οδικά ατυχήματα και τον κατάλληλο καθορισμό των προτεραιοτήτων για την καλύτερη κατανομή των υφιστάμενων και των νέων πόρων. Αρχικά, τόσο το οικονομικό όσο και το κοινωνικό μέγεθος του προβλήματος της οδικής ασφάλειας σε εθνικό επίπεδο πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένο, καθώς είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση των ωφελειών που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων. Ένα ισχυρό επιστημονικά αναλυτικό πλαίσιο με σαφείς πολιτικούς στόχους είναι απαραίτητο κατά την ανάπτυξη στρατηγικών για την επίτευξη φιλόδοξων στόχων οδικής ασφάλειας. Αρχικά πρέπει να καθοριστούν και να αναλυθούν οι διάφορες πολιτικές επιλογές. Κατόπιν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαθέσιμοι πόροι καθώς και τα αποτελέσματα προηγούμενων προσπαθειών και η σχετική εμπειρία. Οι διάφορες δυνατότητες χρηματοδότησης για την αύξηση των επενδύσεων σε μέτρα οδικής ασφάλειας πρέπει να εξεταστούν ακολούθως και να επιλεγεί μια αξιόπιστη προσέγγιση για την κατανομή των πόρων, όπως η προσέγγιση κόστους-αποτελεσματικότητας ή η προσέγγιση κόστους-ωφελειών. Στη συνέχεια πρέπει να καθοριστεί το πλαίσιο για την ανάπτυξη μιας εθνικής στρατηγικής οδικής ασφάλειας. Η στρατηγική αυτή θα βασίζεται στην ανάλυση του κόστους των οδικών ατυχημάτων, στον καθορισμό των διαθέσιμων και των απαραίτητων πόρων και στην κατανομή των διαθέσιμων πόρων στους αρμόδιους φορείς. Τέλος, πρέπει να καθοριστούν οι κατάλληλες διαδικασίες αξιολόγησης, χρηματοδότησης και κατανομής των πόρων, με βάση την αποδεδειγμένη εμπειρία επιτυχημένων πρακτικών.

Η ανάπτυξη μιας συντονισμένης εθνικής στρατηγικής οδικής ασφάλειας και η εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων και μέτρων οδικής ασφάλειας έχουν οδηγήσει στη βελτίωση του επιπέδου οδικής ασφάλειας σε πολλές χώρες. Αν και τα εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων οδικής ασφάλειας είναι σχεδόν αναπόφευκτα, η εμπειρία αποδεικνύει ότι μπορεί να υπάρξουν επιτυχή αποτελέσματα με τον προσεκτικό σχεδιασμό των προγραμμάτων, τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων ομάδων και τη συστηματική εφαρμογή της στρατηγικής οδικής ασφάλειας.

Η κυριότερη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων είναι η ύπαρξη πολιτικής βούλησης να τεθεί η μείωση των θυμάτων στα οδικά ατυχήματα ως εθνική προτεραιότητα και η θεσμοθέτηση της στρατηγικής για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Η υποστήριξη των δράσεων στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο είναι αναγκαία. Αυτό είναι ουσιαστικό για την εξασφάλιση της κατάλληλης και βιώσιμης χρηματοδότησης, την προώθηση των μέτρων και των νομοθετικών αλλαγών που απαιτούνται, τη δέσμευση όλων των αρμόδιων φορέων, τη συνέχιση της εφαρμογής αποτελεσματικών μέτρων που μπορεί να μην είναι δημοφιλή βραχυπρόθεσμα και την αντιμετώπιση των ζητημάτων γραφειοκρατίας. Απαιτείται επίσης προσπάθεια που να βασίζεται σε ακριβή στοιχεία και αποδεδειγμένη ικανότητα από το προσωπικό των φορέων ώστε να είναι δυνατή η σωστή καθημερινή ενημέρωση και η υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων. Εκτός από την πολιτική βούληση, για την ανάπτυξη ενός ασφαλούς συστήματος οδικής κυκλοφορίας απαιτείται καλύτερη οργάνωση και κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων για την επίτευξη φιλόδοξων στόχων οδικής ασφάλειας. Βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ενός κεντρικού φορέα που να έχει την πολιτική υποστήριξη, να φέρει την ευθύνη και να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για την ανάπτυξη, τον συντονισμό και την εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής οδικής ασφάλειας. Επιπλέον, για την επιτυχία των μέτρων οδικής ασφάλειας απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί και η ενεργός συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων (Κανελλαΐδης κ.α., 2007).

Η συναίνεση των πολιτών για τα προτεινόμενα μέτρα είναι κρίσιμη για την οδική ασφάλεια. Συνήθως, όταν ζητείται η υποστήριξη του κοινού, πρέπει να υπερνικηθούν προβλήματα σχετικά με την έλλειψη γνώσης των παραγόντων κινδύνου, της προτεραιότητας των μετακινήσεων αντί της ασφάλειας και της έλλειψης απαίτησης για πρωτοβουλίες οδικής ασφάλειας που μπορούν να περιορίσουν επικίνδυνες συμπεριφορές. Περαιτέρω εμπόδια μπορούν να προκληθούν από την έλλειψη εμπιστοσύνης στις δημόσιες αρχές. Η ανάγκη να εξασφαλιστεί η υποστήριξη της κοινωνίας είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την εφαρμογή μιας προσέγγισης ασφαλούς συστήματος, η οποία ακολουθεί την αρχή ότι «η οδική ασφάλεια αποτελεί ευθύνη όλων» και συνεπώς απαιτείται μεγάλη δέσμευση των αρχών αλλά και των πολιτών. Η προσέγγιση αυτή είναι μακροπρόθεσμη και στηρίζεται στη μεταβολή πολλών κοινών πεποιθήσεων μέσω πληροφόρησης, συζήτησης αλλά και διαφωνιών ώστε τα προτεινόμενα μέτρα να γίνουν αποδεκτά από το κοινό.

Κάθε στρατηγική στην οποία περιλαμβάνονται ποσοτικοί στόχοι πρέπει να περιλαμβάνει και στάδιο αξιολόγησης. Με τον τρόπο αυτό, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων μέτρων και να βελτιωθούν τα μελλοντικά μέτρα για να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προβλήματα και να εξασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί ακριβής και αξιόπιστη αξιολόγηση απαιτούνται στοιχεία οδικής ασφάλειας. Αξιόπιστα, πλήρη και συνεχώς εξελισσόμενα συστήματα δεδομένων είναι απαραίτητα για τη μέτρηση και τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των μέτρων οδικής ασφάλειας και την καταγραφή των διαφορετικών συνθηκών με την πάροδο του χρόνου.

Η αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής οδικής ασφάλειας είναι δυνατή μόνο όταν είναι διαθέσιμη επαρκής χρηματοδότηση. Αφού προσδιοριστεί το κοινωνικο-οικονομικό κόστος των οδικών ατυχημάτων, θα πρέπει να προσδιοριστεί επίσης το ύψος της χρηματοδότησης που διατίθεται για την οδική ασφάλεια. Στη συνέχεια, πρέπει να προσδιοριστεί η διαφορά της άμεσης επένδυσης από την Πολιτεία και άλλους φορείς για την πρόληψη των οδικών ατυχημάτων και του συνολικού κόστους που προκύπτει για την πολιτεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες από την αντιμετώπιση των συνεπειών των οδικών ατυχημάτων. Αυτό θα αποτελέσει τη βάση για προτάσεις στοχοθετημένων επενδύσεων από τις ασφαλιστικές εταιρείες (π.χ. επιβράβευση οδηγών που δεν έχουν εμπλακεί σε ατυχήματα) που θα βασίζονται στην επίτευξη εμπορικά αποδεκτής απόδοσης μέσω του μειωμένου αριθμού ατυχημάτων και του αντίστοιχου κοινωνικού κόστους τους.

Συμπεράσματα

Οι χώρες που έχουν επιτύχει τη μείωση του αριθμού των νεκρών και των σοβαρών τραυματισμών στα οδικά ατυχήματα έχουν υιοθετήσει την προσέγγιση του ασφαλούς συστήματος οδικής κυκλοφορίας για να επιτύχουν τους φιλόδοξους στόχους που έχουν θέσει. Η προσέγγιση του ασφαλούς συστήματος περιλαμβάνει τη βελτίωση της υποδομής, τη βελτίωση της ασφάλειας των οχημάτων και την αναθεώρηση των ορίων ταχύτητας για τη μείωση της έκθεσης σε κίνδυνο των χρηστών της οδού. Την ευθύνη για την εφαρμογή των αρχών αυτών τη φέρουν όλοι οι φορείς της Πολιτείας που είναι αρμόδιοι για τον σχεδιασμό και τη διαχείριση του συστήματος οδικής κυκλοφορίας. Η προσέγγιση αυτή είναι η πιο πρόσφατη έκφραση μιας στρατηγικής που επικεντρώνεται στα αποτελέσματα και είναι ουσιαστική για την επίτευξη σημαντικών βελτιώσεων στην οδική ασφάλεια. Σε μια τέτοια στρατηγική καθορίζονται σαφώς οι στόχοι και οι ευθύνες των φορέων και των ατόμων για την επίτευξή τους και υποστηρίζονται από αποτελεσματικό έλεγχο και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Η δέσμευση της Πολιτείας στο επίπεδο του Πρωθυπουργού με τη θεσμοθέτηση του στρατηγικού σχεδιασμού είναι ουσιαστική για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται επαρκής χρηματοδότηση, πολιτική συναίνεση, νομοθετικές αλλαγές, δέσμευση όλων των συμμετεχόντων, εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων έστω κι αν δεν είναι δημοφιλή βραχυπρόθεσμα καθώς και βελτίωση των θεσμικών δυνατοτήτων. Η επιτυχής εφαρμογή της στρατηγικής απαιτεί την αποτελεσματική συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων υπό τον συντονισμό ειδικά εξουσιοδοτημένου κεντρικού φορέα. Οι χώρες που στερούνται τη θεσμική ικανότητα και την πειθαρχία που απαιτούνται για τη σωστή διαχείριση της οδικής ασφάλειας δεν είναι πιθανό να πετύχουν βελτίωση του επιπέδου οδικής ασφάλειας.

Τέλος, η χρήση της ανάλυσης κόστους-οφέλους είναι ένα απαραίτητο στοιχείο για την εφαρμογή αποτελεσματικών στρατηγικών βελτίωσης της οδικής ασφάλειας τόσο για να καθοριστούν οι προτεραιότητες στην εφαρμογή των επεμβάσεων όσο και για την παρουσίαση της αξίας των επενδύσεων για την κοινωνία. Αυτά τα στοιχεία είναι καίριας σημασίας για την ανάπτυξη προτάσεων και την εξασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης. Σε όλες τις χώρες και ιδιαίτερα στην Ελλάδα πρέπει να ενισχυθεί η χρηματοδότηση για την οδική ασφάλεια καθορίζοντας πόρους αποκλειστικά για την οδική ασφάλεια με έμφαση στις αποδεδειγμένα αποτελεσματικότερες δράσεις.

Το παραπάνω κείμενο περιλαμβάνει μόνο αποσπάσματα της έρευνας. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την έρευνα (10 σελ.), ΕΔΩ.

Βρήκες κάτι ενδιαφέρον για τους φίλους σου? Μοιράσου το:

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *