♦ Αυτοί που μένουν πίσω από ένα θανατηφόρο ή με βαριά σωματική βλάβη τροχαίο
Εάν η ελληνική κοινωνία ακούει συγκλονισμένη για τη δολοφονία (και τα περιστατικά γύρω από αυτήν) του νεαρού Νικήτα Γεμιστού από τον Κώστα Παρασύρη, δυόμιση χρόνια μετά το τροχαίο που προκάλεσε το θάνατο του γιου του Γιώργου (γνωστού ή και φίλου του Νικήτα), δε χρειάζεται νομίζω να προσθέσω πολλά λόγια, για να περιγράψω το πώς αντιμετώπισαν την είδηση, οι οικογένειες θυμάτων τροχαίων και οι άνθρωποι που έχουν επιβιώσει από τροχαία με σοβαρές σωματικές βλάβες. Εκτός των άλλων, πρόκειται για την πλήρη αναβίωση του προσωπικού τραύματός τους!
Η απώλεια της ζωής ενός ανθρώπου, ειδικά όταν αυτό συμβαίνει με βία, στην οποία υπάρχει εμπλοκή άλλου ανθρώπου (κάτι που κατά κανόνα ισχύει στην περίπτωση των θανατηφόρων τροχαίων), είναι από μόνη της, αυτή, καθαυτή τρομακτική, βλέποντάς το από τη θέση που βρέθηκε το ίδιο το θύμα. Δεν θα μιλήσω γι’ αυτό πιο πολύ.
Είναι επείγον και μεγάλη ανάγκη να μιλήσω αυτή τη στιγμή γι’ αυτούς που μένουν με την αγκαλιά τους άδεια από τον αγαπημένο τους άνθρωπο, ο οποίος εξαφανίζεται ξαφνικά και βίαια από τη ζωή τους, ειδικά εάν έχει εμπλακεί σε αυτό ένας άλλος άνθρωπος. ’Η γι’ αυτούς που μένουν με την αγκαλιά τους γεμάτη με ένα άνθρωπο που επιβίωσε από ένα τροχαίο, αλλά δεν είναι πια ο ίδιος, ούτε σωματικά, ούτε ψυχικά.
Το λιγότερο που θα ήθελα να πω γι’ αυτούς τους ανθρώπους, όπως εμένα δηλαδή, είναι ότι δεν είναι σε τίποτα ίδιοι, από αυτό που γνωρίζαμε γι’ αυτούς πριν. Είναι άλλοι άνθρωποι! Το πλήγμα που δέχτηκαν είναι τέτοιας ισχύος, που θα μπορούσε να το παρομοιάσει κάποιος με τη σύγκρουση μίας μικρής βαρκούλας με ένα τεράστιο αεροπλανοφόρο. Κανένας δεν μπορεί να παραμείνει ίδιος με ό,τι ήταν πριν, μετά από μία τέτοια σύγκρουση. Γι’ αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να εξαιρέσω από αυτή την κατάσταση τους γονείς του Γιώργου Παρασύρη.
Σπεύδω σε αυτό το σημείο ακριβώς, να γράψω ξεκάθαρα ότι τίποτα απ’ όσα προσπαθώ να εκφράσω εδώ, δεν συνιστούν ούτε κατά διάνοια, έστω και έμμεσα, κάποιου είδους δικαιολόγηση της πράξης τους, να δολοφονήσουν το νεαρό Νικήτα, που ήταν ο οδηγός του μοιραίου αυτοκινήτου με το οποίο έγινε το θανατηφόρο για το παιδί τους, τροχαίο. Αλλά πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι γεγονότα, όπως τα θανατηφόρα ή με βαριά σωματική βλάβη τροχαία, δεν αφορούν ως προς τις επιπτώσεις τους μόνο τα θύματα και το περιβάλλον τους. Αφορούν την κοινωνία συνολικά. Γιατί γεγονότα όπως αυτά αγγίζουν τα πιο θεμελιώδη από τα θεμελιώδη, χάρη των οποίων η κοινωνία οργανώνεται σε Πολιτεία, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια του ανθρώπου να αφήσει πίσω το θηρίο που κρύβει μέσα του και να γίνει ον κοινωνικό.
♦ Ο ψυχισμός του γονέα που πενθεί την απώλεια του παιδιού του σε τροχαίο
Καταρχάς, όσον αφορά το ψυχισμό ενός πενθούντα και δη γονέα, σε υποθέσεις όπως αυτή, αν δεν το ξέρατε, να σας το πω εγώ, περιέχει τα ΠΑΝΤΑ στη σφαίρα της σκέψης. Τα πάντα σημαίνει, ό,τι έχει να κάνει με τη σκέψη καταστροφής και αυτοκαταστροφής. Με το θάνατο! Με το τέλος! Το πρώτο που αισθάνεται ο γονέας που πενθεί σε ένα τέτοιο περιστατικό (και κάθε άνθρωπος σε ανάλογη κατάσταση, αλλά περιορίζομαι σε αυτό που η ίδια βιώνω), είναι ότι θέλει να σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει. Καταλαβαίνετε πώς το λέω; Να παγώσει. Να σταματήσει να υπάρχει. Ο χρόνος να μην κυλά. Το φαντάζεστε να θέλει κάποιος να σταματήσει τη γη να γυρνάει; Την υφήλιο να μαρμαρώνει; Και όμως, αυτό ακριβώς βιώνει με όλο το σώμα και τη ψυχή του ο γονιός που βρίσκεται αντιμέτωπος με μία τέτοια απώλεια. Αυτό είναι το μόνο “φυσιολογικό” γι’ αυτόν. Ο άνθρωπος που έχασε ήταν τόσο σπουδαίος γι’ αυτόν, ώστε δεν μπορεί να διανοηθεί ότι ο κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει χωρίς αυτόν.
Ο σκοτωμός σε τροχαίο και πολύ περισσότερο εάν πρόκειται για το παιδί σου, είναι η συμπύκνωση ό,τι πιο εξωλογικού μπορεί να συμβεί στον ανθρώπινο νου. Αυτό που οι άνθρωποι λέμε με απλές λέξεις: «Δεν το χωρά ο νους μου!», «Δεν έχω λόγια!».
Δε λέω παράλογο. Λέω κάτι περισσότερο από αυτό. Λέω έξω από τη λογική. Και όταν μιλώ για λογική, μιλώ για την ανθρώπινη, γιατί μόνο γι’ αυτήν μπορώ και νομίζω έχει νόημα να μιλάμε. Πρόκειται για την τέλεια καταιγίδα. Την τέλεια αναμέτρηση με το νόημα της ζωής, ερώτημα στο οποίο παίρνεις την πιο τέλεια σκληρή και την πιο τέλεια αδιαπραγμάτευτη απάντηση, ότι αυτό δεν υπάρχει. Όχι ότι δεν το ήξερες! Αλλά, τι άλλο να κάνεις, προχωράς στη ζωή, απωθώντας το μόνο αντικειμενικό συμπέρασμα ότι κανένας δεν είναι σε θέση να σε διαβεβαιώσει, εάν έχει σκοπό η ύπαρξη και ποιος είναι αυτός. Και δεν εννοώ τη διαδικασία να δίνουμε εμείς οι ίδιοι νόημα στην ύπαρξή μας, το οποίο μόνο μπορώ να αποδεχτώ ως τρόπο. Εννοώ το εξ’ αποκαλύψεως νόημα. Νομίζω ότι ο άνθρωπος απλώς, κάνει ό,τι μπορεί για να μαλακώνει την αγωνία για την ανυπαρξία νοήματος στη ζωή, προσπαθώντας να την κάνει όμορφη. Και ω, του θαύματος, με τη βοήθεια της αγάπης, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για τα παιδιά σου, αυτή η αγωνία μαλακώνει. Για φαντάσου! Απαλύνεται η αγωνία για το ερώτημα χωρίς απάντηση («ποιο είναι το νόημα της ζωής»), φορτώνοντας στις πλάτες σου την αγωνία για τη ζωή του παιδιού σου, στο οποίο εναποθέτεις το καταπραϋντικό συναίσθημα της αγάπης.
Το αντάλλαγμα αυτής της αγάπης είναι ότι σε εκθέτει στον κίνδυνο του πόνου. Αν πονάς με την απώλεια, με την απουσία, είναι που αγάπησες και δεν υπάρχει πια το πρόσωπο στο οποίο μεταβίβαζες αυτό το ιαματικό συναίσθημα, το οποίο σε κρατά στη ζωή. Γεγονός είναι ότι δεν άκουσα κανένα γονιό που να πενθεί για το παιδί του και να λέει ότι θα επέλεγε να μην βιώσει την αγάπη, για να γλιτώσει από αυτόν.

“Η μεταμέλεια του Ορέστη ή Ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες”
Θα μιλήσω περισσότερο για τον πόνο του γονέα από την απώλεια του παιδιού του. Ο πόνος από αυτή την απώλεια είναι ωμός, κοφτερός σαν λεπίδι, καυτερός σαν τις φλόγες μιας τεράστιας πυρκαγιάς. Είναι ο πόνος που αισθάνεσαι το σώμα και τον εγκέφαλό σου να συνταράζονται συθέμελα. Μία κατάσταση στην οποία σε διαπερνά ένα θανατηφόρο ηλεκτρικό φορτίο, χωρίς να πεθαίνεις, κάτι που παρακαλάς όμως, με όλο σου το είναι, για να ησυχάσεις. Ζεις τον ίδιο σου το θάνατο, χωρίς όμως να μπορείς να γαληνεύσεις εξαιτίας του. Αισθάνεσαι πως θέλεις να χυθούν τα μυαλά σου από το κεφάλι σου για να βρει διέξοδο η οδύνη. Είναι η κατάσταση που γραπώνει την καρδιά σου, μία σιδερένια γροθιά και τη συνθλίβει, τη λιανίζει. Η κατάσταση που η καρδιά σου, το στέρνο σου εκρήγνυνται, για να εκλυθεί ο πόνος. Εξαϋλώνεσαι, όπως εξαϋλώνεται ό,τι πλησιάσει τον Ήλιο! Είναι η κατάσταση που ψάχνεις ένα γκρεμό να πέσεις γιατί τα πόδια σου δεν αντέχουν να πατάνε στο έδαφος, γιατί δεν υπάρχει χώρος για να υπάρχεις κάπου. Έχεις φτάσει στο τέρμα του κόσμου που πλέον είναι άκοσμος (άσχημος, πολύ άσχημος, απαίσια ανυπόφορος) και αποκαλύπτεται μπροστά σου η άβυσσος, με την οποία θέλεις να ενωθείς, γιατί μόνο αυτό αποδέχεσαι ως μέλλον. Την απουσία μέλλοντος! Γιατί ο κόσμος γύρω σου είναι ξένος. Είσαι ξένος από τον κόσμο. Ξένος!
Αυτός ο πόνος σε διώχνει από τη ζωή. Σε εξοστρακίζει. Σε στέλνει στα έσχατά της. Σκέφτεσαι το δικό σου θάνατο. Για να γλιτώσεις από τον πόνο. Προσωπικά, εάν πίστευα ότι υπάρχει επέκεινα, ότι υπάρχει δηλαδή «μετά», θα είχα ήδη αναχωρήσει προς αυτό. Αυτό είναι πλέον για σένα μπροστά, αφού έχεις αφήσει τα άλλα πίσω. Έχεις αφήσει πίσω το μέλλον, τη στιγμή που έχασες το σύνδεσμό σου με αυτό∙ το παιδί σου. Το ερώτημα της αυτοκαταστροφής επανέρχεται και με άλλο τρόπο σε αυτή την αναμέτρηση με το θάνατο και το ερώτημα της ύπαρξης. Θα εξηγήσω πώς, στη συνέχεια.
Μέσα σε αυτή τη θύελλα, σε αυτή την πυρά, σε αυτό το θρίαμβο της καταστροφής που σε καταλαμβάνει, σε αυτή την ήττα, την πανωλεθρία, αναδύεται το Τέρας της αναζήτησης του Υπαίτιου της! Και είναι η περίπτωση των θανατηφόρων τροχαίων, η περίπτωση που ο Υπαίτιος, ο Φταίχτης αυτής της καταστροφής, γίνεται το κέντρο του βιώματός σου. Είναι ο μόνος τρόπος εξάλλου, για να επανέλθεις στα ανθρώπινα, για να παραμείνεις συνδεδεμένος με τα γήινα. Μένεις για να αναζητήσεις την αιτία στο αποτέλεσμα (του τροχαίου), το οποίο στην ουσία είναι πλέον ο τρόπος με τον οποίο προσπαθείς να επανανοηματοδοτήσεις την ύπαρξή σου. Να της δώσεις ένα νέο νόημα. Είναι ο τρόπος που προσπαθείς να ξαναμπείς στα σύνορα της λογικής, από τα οποία σε εξόρισε ο πόνος. Να φέρεις πίσω τη λογική στο εξωλογικό της καταστροφής που βιώνεις. Αναζητάς το Φταίχτη λοιπόν, γιατί πρώτα απ’ όλα είναι ο δικός σου έμφυτος μηχανισμός για να παραμείνεις στη ζωή. Θα αφήσω τελευταίο σε αυτή την αναζήτηση, αυτόν που ενεπλάκη στο θανατηφόρο τροχαίο. Τον υπαίτιο, το δράστη, τον εγκληματία σύμφωνα με το ανθρώπινο δίκαιο.
Πρωτύτερα, είναι ανάγκη να πω ότι ο άνθρωπος που πενθεί, που έχασε το παιδί του, τον άνθρωπό του, κατακλύζεται από τα πιο αδιανόητα ερωτήματα, για το τι ο ίδιος έπρεπε να έχει κάνει διαφορετικά, ώστε να έπαιρναν τα πράγματα άλλη τροπή και να είχε αποφευχθεί η καταστροφή. Σε αυτή τη διαδικασία, δεν υπάρχουν σύνορα μεταξύ του ορθολογισμού και του παράλογου. Εκτός από τον πόνο της απώλειας και της απουσίας, ένα ακόμα βάρος καταπλακώνει τη διαλυμένη σου ψυχή. Έχεις μπει πλέον στο φάσμα του θυμού, απέναντι πρώτα απ’ όλα προς τον ίδιο σου τον εαυτό, αλλά και σε κάθε άλλο, έξω από εσένα. Δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο αντικειμενικά υπάρχει κάποια αιτιώδης σύνδεση μεταξύ κάποιας δική σου ή άλλης ενέργειας και του θανάτου του ανθρώπου σου. Εκεί που κανένας τρίτος δεν βλέπει καμία συνάφεια, γιατί όντως δεν υπάρχει, ο γονέας που πενθεί θα δει! Ο άνθρωπος που χάθηκε ήταν τόσο σπουδαίος και σημαντικός για τον πενθούντα, ώστε εάν δεν μπορεί να σταματήσει ο κόσμος να γυρίζει, όπως πραγματικά θα επιθυμούσε, είναι ανάγκη για να ησυχάσει το μέσα του, η ψυχή σου, να υπάρξει γι’ αυτή την απώλεια μία Συνέπεια (υπό την έννοια των κάθε είδους συνεπειών, στο σύνολό τους)!
Γιατί μόνο η Συνέπειά της, μπορεί να σηματοδοτήσει το μέγεθος της Απώλειας. Τι άλλο;
Εάν, δεν μπορεί ο άνθρωπος (που δεν μπορεί) να ανατρέψει το συμβεβηκός, εάν δεν μπορεί να ευθύνει (να διορθώσει) τη βλάβη που προκλήθηκε με ανθρώπινη ανάμειξη, τι άλλο μένει παρά να υπάρξουν συνέπειες γι’ αυτή την πράξη;
Αναζητάς την ευθύνη πρώτα απ’ όλα από τον εαυτό σου, ακόμα και αν σε τίποτα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα ότι έχεις κάποια. Και δεν είναι κάτι που το σκέφτεσαι απλώς σαν σχήμα λόγου. Το βιώνεις. Σε βασανίζει. Γίνεται μέσα σου τεράστιο και σε κατατρώγει. Είναι ικανό να σε καταβροχθίσει ολόκληρο.
♦ Η επιδίωξη συνέπειας για το θάνατο του αγαπημένου είναι μηχανισμός και μέρος της βίωσης του τραύματος
Το να υπάρξει συνέπεια απέναντι σε μία ανθρώπινη πράξη που προκαλεί τραύμα, πόσο μάλλον αυτό που σε δοκιμάζει υπαρξιακά, είναι ανάγκη του έλλογου, κοινωνικού ανθρώπου, για να επαναφέρει καταρχάς τον εαυτό του μέσα στον κύκλο του κατευνασμού της υπαρξιακής αγωνίας. Είναι ανάγκη ανθρώπινη και κοινωνική. Εάν η απάντηση ήταν όχι, στο θεωρητικό ερώτημα «πρέπει να υπάρχει συνέπεια για πράξη που προκάλεσε σε άλλον πόνο, οδύνη;», τότε ο άνθρωπος που βιώνει το τραύμα της απώλειας, θα οδηγούνταν μετά βεβαιότητας και στο δικό του αφανισμό, καθώς εκτός από τον άνθρωπο που έχασε και στον οποίο αναγνώριζε την ύψιστη αξία, θα ζούσε τη διπλή ματαίωση ότι και η δική του αξία είναι ανύπαρκτη, όπως και του αγαπημένου του. Η αυτοκαταστροφή του ίδιου του πληγωμένου από την απώλεια ανθρώπου (είτε με παθητικό, είτε με ενεργητικό τρόπο) φαντάζει στον ίδιο σαν κατάσταση λυτρωτική, επιρρωτική, επιβεβαιωτική της αξίας του ανθρώπου, για τον οποίο θρηνεί, αλλά και δηλωτική της εκμηδένισης από τον ίδιο της αξίας του δικού του εαυτού.
Στην περίπτωση των ετεροκαταστροφικών συναισθημάτων, υπό συνθήκες κοινωνικού ατταβισμού, η εκδίκηση απέναντι σε αυτόν που με την πράξη του έβλαψε, είναι η ενόρμηση που θα συγκρατήσει στη ζωή κάποιον που δοκιμάστηκε υπαρξιακά, ζώντας το θάνατό του, στο πρόσωπο του νεκρού αγαπημένου του. Τα θηρία δεν εκδικούνται. Απλώς επιτίθενται για να αμυνθούν ή να επιβιώσουν. Ο άνθρωπος όταν γίνεται θηρίο, εκδικείται!
Πλέον, μπορώ να προχωρήσω με πιο συγκεκριμένο τρόπο στο τι ακριβώς είδα ως μητέρα που πενθεί την απώλεια του δικού της παιδιού από τροχαία σύγκρουση, στο έγκλημα του πατέρα Παρασύρη.
Είδα – και μιλώ ταυτόχρονα για τη μητέρα του σκοτωμένου από το τροχαίο παιδιού – έναν άνθρωπο που ενέργησε σαν θηρίο. Έγινε ετεροκαταστροφικός για να επιφέρει συνέπεια στη συνταρακτική απώλεια που βίωσε, γιατί αυτός είναι ο τρόπος με τον οποία διανοείται ο άνθρωπος. Αναρωτήθηκα για τον εαυτό μου, εάν είμαι εγώ ικανή να γίνω θηρίο, όπως εκείνος. Νομίζω ναι, γιατί πολύ απλά, κάθε άνθρωπος κρύβει στα έγκατα της ψυχής του ένα θηρίο. Ένα κτήνος. Βέβαια, θεωρώ πως είμαι σε θέση να διαβεβαιώνω τον εαυτό μου και τους γύρω μου (αποδίδοντάς το στις προσλαμβάνουσες, τις οποίες έτυχε να έχω), ότι αυτό το θηρίο απωθείται στην περίπτωσή μου, καλά κλειδωμένο στα υπόγεια του «οικοδομήματος» που λέγεται ατομική και κοινωνική συνείδηση και την αναπτύσσουμε μέσα στην κοινωνία, ως κοινωνικά όντα.
Θα δανειστώ μία μεταφορά από τον Ίρβιν Γιάλομ: Στα έγκατα της ψυχής μας είναι κλειδωμένα άγρια σκυλιά που γαβγίζουν. Πάνω σε αυτά τα υπόγεια, ο ανθρώπινος πολιτισμός προσπάθησε και κατάφερε μέχρι ενός σημείου να χτίσει τον ατομικό εαυτό του, ως ένα εποικοδόμημα, όπου η αγριότητα, η ωμή βία, τα ζωώδη ένστικτα φυλακίζονται στα βάθη του. Αυτό είναι όλο κι όλο ο άνθρωπος. Και κάθε φορά αποδεικνύεται από τα περιστατικά εάν παρέμειναν ή όχι και γιατί, αυτά τα άγρια σκυλιά, στα υπόγεια της ψυχής μας.
Είπα όμως παραπάνω, ότι ο γονέας που πενθεί, έχει φθάσει ως τα σύνορα της καταστροφής, της δικής του συμπεριλαμβανόμενης. Έχει φθάσει στα ακραία όρια, στα σύνορα της συνείδησης του «επιτρέπεται» και «δεν επιτρέπεται» και τα έχει ξεπεράσει. Βρίσκεται πλέον και ανεπιστρεπτί στο φάσμα μίας «διαταραχής», την οποία δεν επιχειρώ να ονομάσω, καθώς δεν είμαι ειδική. Αλλά, πιστέψτε με, έχει διαβεί το Ρουβίκωνα. Έχει μεταβεί εκεί που οι ανθρώπινες, οι κοινωνικές αξίες σχετικοποιούνται και τού αποκαλύπτονται με άλλο τρόπο πια. Τίθενται όλες οι καθαγιασμένες αξίες προς ερώτηση, προς αμφισβήτηση, οι οποίες μένει να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν. Έχει αξία η ανθρώπινη ζωή; Η ζωή του χαμένου παιδιού του; Η δική του; Η ζωή του υπαίτιου της καταστροφής (είτε θεωρεί ότι είναι ή είναι όντως, ο ίδιος, είτε ένας άλλος τρίτος); Ποια είναι; Ποιος την ορίζει; Με ποιο τρόπο; Γιατί να μην την ορίσει ο ίδιος, πολύ περισσότερο όταν αποδεικνύεται ότι ούτε η αξία της ζωής του ανθρώπου που έχασε δεν αναγνωρίστηκε από τους άλλους, ούτε η ζωή του προστατεύθηκε;
Δεν γνωρίζω ποια είναι ακριβώς η ψυχική κατάσταση του δολοφόνου πατέρα και της κατηγορούμενης ως ηθικής αυτουργού/συνεργού, μητέρας στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι έχουν ήδη απαρνηθεί οτιδήποτε δίνει αξία στη ζωή, της δικής τους συμπεριλαμβανόμενης. Δεν πιστεύω, γι’ αυτό το λόγο, ότι ελάφρυνε σε τίποτα το έγκλημα που διέπραξαν, τη ψυχική τους κατάσταση που προσπαθώ να περιγράψω εδώ, κρίνοντας από τη δική μου εμπειρία του πένθους. Όπως επίσης πιστεύω, ότι ούτε η κοινωνία, ούτε η απειλή οποιουδήποτε είδους ποινής από τους πολιτειακούς θεσμούς θα μπορούσε να λειτουργήσει προληπτικά, ώστε να τους αποτρέψει από την εγκληματική απόφασή τους. Πρόκειται για ανθρώπους ψυχικά νεκρούς.
♦ Η παραφορά της αυτοδικίας στο πένθος και ο ρόλος της Πολιτείας και της Δικαιοσύνης
Σε αυτό το σημείο, είναι ώρα να εισάγουμε στη συζήτηση, το θέμα της αυτοδικίας. O προηγηθείς πρόλογος για τον ψυχισμό ενός γονέα που πενθεί το θάνατο του παιδιού του σε ένα τροχαίο, που έχει εμπλακεί τρίτος, ήταν αναγκαίος, καθώς πρέπει να καταλάβουμε ότι η Δικαιοσύνη δεν έχει κανένα τρόπο για να μεταχειριστεί τους συγκεκριμένους ανθρώπους του φόνου του Νικήτα, προκειμένου να ευθύνει τη βλάβη που προκάλεσαν. Ό,τι μέτρα λάβει πάνω σε αυτούς, θα αφορούν τους άλλους. Τον παραδειγματισμό των άλλων για την αυτοδικία που διέπραξαν. Και το ερώτημα είναι: Γιατί αυτό δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των υπαιτίων που έχουν προκαλέσει σε άλλους το θάνατο σε τροχαίες συγκρούσεις; Ενδεχομένως για να μην πω το πιο πιθανό, και στην υπόθεση που συζητάμε τώρα, ο Νικήτας να ζούσε, αντί να οδυρόμαστε για το θάνατό του. Θα είχε επέλθει ως ένα βαθμό, η ειρήνευση με όρους θεσμικούς, εάν είχε επιληφθεί η Δικαιοσύνη.
Ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, συνδέει τη δικαιοσύνη με την αρμονική οργάνωση της πόλης και την υπαγωγή των ατομικών παθών σε ένα κοινό νόμο. Η πολιτεία υπάρχει ώστε η απονομή του δικαίου να μη γίνεται από τον ισχυρό ή τον εκδικητή, αλλά από θεσμούς. Η δικαιοσύνη νοείται ως τάξη και ορθή λειτουργία του συνόλου. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η πόλη υπάρχει όχι απλώς για τη συμβίωση, αλλά για το «εὖ ζῆν» («Πολιτικά και Ηθικά Νικομάχεια»). Η δικαιοσύνη είναι η ύψιστη πολιτική αρετή, επειδή ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και αντικαθιστά τη βία και την εκδίκηση με νόμο («ἡ δικαιοσύνη πολιτικόν ἀγαθόν»). Η αυτοδικία θεωρείται έκπτωση προς την κατάσταση της προσωπικής βίας.

Ο Ορέστης στον Άρειο Πάγο
Στην τριλογία «Ορέστεια» του Αισχύλου και ιδίως στις «Ευμενίδες» περιγράφεται η μετάβαση από την εκδίκηση στη θεσμική δικαιοσύνη, η μετάβαση από τον κύκλο αίματος και αντεκδίκησης στη δημόσια απονομή δικαιοσύνης μέσω δικαστηρίου. Η Αθηνά ιδρύει τον Άρειο Πάγο ώστε οι διαφορές να λύνονται θεσμικά και όχι με ιδιωτική εκδίκηση. Ο βασικός συμβολισμός του μύθου και της τραγωδίας είναι ότι η οργανωμένη πολιτεία τερματίζει τον αέναο κύκλο βίας.
Στους νεότερους χρόνους, ο Thomas Hobbes (Leviathan, 1651) αναπτύσσει την ιδέα ότι χωρίς οργανωμένη πολιτεία επικρατεί «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Υποτίθεται ότι με το κοινωνικό συμβόλαιο, οι άνθρωποι παραχωρούν στο κράτος την εξουσία απονομής δικαιοσύνης και νόμιμης βίας, ώστε να αποφευχθεί η αυτοδικία. Η απονομή δικαιοσύνης δεν είναι πλέον ιδιωτική υπόθεση, αλλά δημόσια λειτουργία. Στη φυσική κατάσταση καθένας γίνεται «δικαστής της υπόθεσής του». Η αυτοδικία αντιστρατεύεται το μονοπώλιο που αξιώνει η κοινότητα για τον εαυτό της στην απόδοση δικαιοσύνης, ώστε να μπορέσει να συγκροτηθεί και να παραμείνει κοινότητα. Απαγορεύει την αυτοδικία για το λόγο αυτό και παραπέμπει στην έννομη τάξη για να επιλύσει τη διαφορά στα δικαστήρια. Η δικαιοσύνη απονέμεται στα δικαστήρια, λέει το άρθρο 87 του Συντάγματος της Ελλάδας!
Το ερώτημα είναι τι πραγματικά ισχύει στην υποτιθέμενη πολιτισμένη κοινωνία μας, μετά από τόσους αιώνες εξέλιξης του ανθρώπου.
♦ Η αδράνεια της θεσμικής δικαιοσύνης και η απουσία πρόνοιας για τη ψυχική υγεία, είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής στην ιστορία της δολοφονίας του Νικήτα
Είμαι βαθιά πεπεισμένη ότι η παντελής απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας για τη ψυχική υγεία του συνανθρώπου που βιώνει όσα προσπάθησα να περιγράψω πιο πάνω, εξαιτίας της απώλειας του αγαπημένου του παιδιού, θέτει ήδη τις προϋποθέσεις, για να λάβει το δράμα της πρώτης απώλειας ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις και να παρασύρει και άλλους στην άβυσσο, εκτός από το θύμα του τροχαίου. Ο ψυχισμός του γονέα, ο οποίος κινείται πλέον στα όρια της διαταραχής, για να μην πω ότι βρίσκεται στο κέντρο του φάσματός της, αναζητά μία συνέπεια που θα επιβεβαιώσει σε αυτόν ότι ο άνθρωπος που έχασε και ήταν για τον ίδιο, το ύψιστο νόημα της ζωής του, δεν ήταν ένα σκουπίδι και μαζί με αυτόν, δεν είναι ένα σκουπίδι και ο ίδιος. Η «καταστροφή» (η ποινή) του άλλου, του Υπαίτιου, του Φταίχτη, ίσως μόνο μπορεί να αποτρέψει τη δική του αυτοκαταστροφή.
Η αυτοδικία σε αυτή την εξωλογική, παράφορη, ενορμητική ψυχική διεργασία του γονέα που πενθεί, βρίσκει έδαφος εκλογίκευσης, εμφιλοχωρεί, όταν η Πολιτεία αδρανεί, σε αυτό ακριβώς που της έχει ανατεθεί ως καθήκον. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί προαιώνια κοινωνική εμπειρία! Οι θεσμοί της Πολιτείας έχουν ως αποστολή, να μεσολαβούν για λογαριασμό της κοινωνίας, ώστε με τις αποφάσεις τους, να εξευμενίζουν τα ανθρώπινα θηριώδη ένστικτα του «θύματος», εν προκειμένω των ζωντανών ακόμα ανθρώπων, “αυτών που έμειναν πίσω” και οι οποίοι συγκρούστηκαν μετωπικά με το θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα της αξίας τους, η οποία προβάλλεται στο πρόσωπο που έχασαν και το οποίο λάτρευαν και τους κρατούσε στη ζωή, νοηματοδοτώντας τη. Οι θεσμοί της Πολιτείας είναι αυτοί που θα έπρεπε με την παρέμβασή τους, να εξιλεώνουν και τον θύτη, στην περίπτωση που έχει συνείδηση και να φέρνουν την κάθαρση στο δράμα που λογικά, θα βιώνει και ο ίδιος. Στη δε περίπτωση, που ο θύτης δεν έχει «οικοδομήσει» καμία συνείδηση, άρα ούτε συναίσθηση της πράξης του, οπότε στρέφει την προσοχή του στο να διαφύγει από τις συνέπειες των πράξεών του, η Πολιτεία είναι αυτή που θα έπρεπε να καθησυχάζει την κοινωνία, ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει να συμβεί αυτό.
Γιατί όλα αυτά; Γιατί αν όχι, τότε είμαστε ακόμα ένα βήμα πιο κοντά, στο να απελευθερώσουμε το θηρίο που έχουμε μέσα μας και μην ισχυριστεί κανένας ότι δεν το έχει, για οποιοδήποτε λόγο. Που σημαίνει ολοσχερή και απόλυτη καταστροφή του καθένα μας ξεχωριστά, και όλων μαζί.
Κλείνω, μιλώντας πιο πρακτικά: Η δολοφονία του Νικήτα με αυτοδικία από το γονέα Παρασύρη υπήρξε η κατάληξη (;) μίας διπλής εγκατάλειψης από την Πολιτεία, όπως σε όλους, όσοι βρίσκονται στην ίδια θέση με τους πρωταγωνιστές της συγκεκριμένης τραγωδίας. Τόσο στο θέμα της παντελούς απουσίας πρόνοιας για τη ψυχική υγεία των πενθούντων, όσο και στο θέμα της εγκατάλειψης των οικογενειών των θυμάτων των τροχαίων εγκλημάτων και από τις τρεις εξουσίες, προεξάρχουσας της δικαστικής, εν προκειμένω. Ο Σύλλογος SOS-Τροχαία Εγκλήματα δεν παύει στιγμή να μιλά γι’ αυτό. Σε αντιδιαστολή προς το εξεζητημένο ενδεχομένως ύφος με το οποίο επέλεξα να μιλήσω μέχρις εδώ, θα ολοκληρώσω τη σκέψη μου πιο απλά για να είμαι σίγουρη ότι έγινα κατανοητή:
“Ό,τι σπέρνουμε, θερίζουμε” και το Σήμερα που μας σοκάρει, φτιάχνεται με το Χθες που επιτρέψαμε να υπάρξει. Αυτό υφιστάμεθα ως κοινωνία, από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται από τους Πολιτειακούς θεσμούς, υποθέσεις, όπως αυτή που κατέληξε στη δολοφονία του Νικήτα!
Μαργαρίτα Κουτσανέλλου
Μητέρα του 24χρονου Γιάννη Παπαγεωργίου, θύματος τροχαίου στις 13 Φεβρουαρίου 2025, ο οποίος πλήρωσε με τη ζωή του, αν και απολύτως αθώος, την κακουργηματική πράξη της υπαίτιας οδηγού και τις χρόνιες εγκληματικές παραλείψεις των πολιτειακών θεσμών.
ΥΓ: Τα πραγματικά περιστατικά πριν και γύρω από τη δολοφονία του Νικήτα από τον πατέρα Παρασύρη, απέχουν αρκετά έως πολύ, από όσα αναπαράγονται στα ΜΜΕ κατά κόρον. Ο Σύλλογος SOS-Τροχαία Εγκλήματα, (στο βαθμό που μου αναλογεί δικαίωμα να μιλώ εξ’ ονόματός του, ως μέλος του Συλλόγου και Αντιπρόεδρος στο Διοικητικό του Συμβούλιο), παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή και ευαισθησία την υπόθεση, προκειμένου να επανέλθει όπου κριθεί σκόπιμο, καθώς δεν αντιλαμβάνεται κατά κανένα τρόπο ότι τη μάστιγα των τροχαίων εγκλημάτων μπορεί να θεραπεύσει η εκτροπή στην αυτοδικία.
